ΙΣΤΟΡΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ & ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ

Αρχική » Τερδήμου Μαρία

Τερδήμου Μαρία

Η εισαγωγή των φυσικών επιστημών στην εκπαιδευτική διαδικασία του ελληνικού 19ου αιώνα και η επιχειρούμενη γνωσιολογική σύνδεση τους με την αρχαιότητα, η περίπτωση του Αναστάσιου

Γνωρίζομε ότι κατά τις τελευταίες προεπαναστατικές δεκαετίες, μέσα από το πνεύμα του λεγόμενου Νεοελληνικού Διαφωτισμού δημιουργούνται και λειτουργούν τα «νεωτερικά σχολεία», αυτά της Σμύρνης, των Κυδωνιών, της Χίου, των Μηλιών, στα οποία η παρεχόμενη εκπαίδευση ακολουθεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τα οποία αποτελούν σημαντικούς πόλους έλξης μαθητών και θεραπείας των φυσικών και μαθηματικών επιστημών Η έναρξη, όμως της Ελληνικής Επανάστασης, σήμανε και το τέλος της πραγματικά λαμπρής πορείας των εκπαιδευτικών αυτών ιδρυμάτων, και όπως σημειώνει ο Ν. Δ. Σωτηράκης: «…ο κύκλος της προεπαναστατι¬κής πνευματικής αναγέννησης με κέντρο τις επιστήμες έκλεισε τελειωτικά και όλες οι πρώτες προσπάθειες του ανεξάρτητου κράτους έγιναν και έμειναν, δυστυχώς, έξω από τον κύκλο αυτό».

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν η Ελλάδα προσπάθησε να συνταιριάξει το βηματισμό της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ασθμαίνοντας, για να προλάβει να καλύψει, σε λίγες μόνο δεκαετίες, το κενό που τη χώριζε από την αστική ανάπτυξη που συντελέστηκε στις χώρες αυτές μέσα σε ένα χρονικό διάστημα δύο περίπου αιώνων. Είναι προφανές ότι η προσπάθεια αυτή θα συναντούσε ιδιαίτερες δυσκολίες στην υλοποίησή της, δυσκολίες που κάλυπταν όλο το φάσμα του κοινωνικού και του πολιτικού βίου, και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να μην επηρεάσουν και τα τεκταινόμενα στο πεδίο της επιστημονικής δραστηριότητας.

Η ιδέα της ίδρυσης Πανεπιστημίου στην Ελλάδα, υπαρκτή ήδη από τον καιρό του Αγώνα για την Ανεξαρτησία, υλοποιήθηκε στις 14 Απριλίου 1837 και το νεοσυσταθέν ίδρυμα εγκαινιάστηκε στις 3 Μαΐου του 1837, από τον βασιλιά Όθωνα, προς χάριν του οποίου πήρε και το αρχικό του όνομα, «Οθώνειον» ή «Οθωνικόν» Πανεπιστήμιο. Το 1932 το ίδρυμα θα αποκτήσει την μόνιμη πλέον ονομασία του, “Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιο Αθηνών”.

Να σημειώσομε ότι είναι το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα όχι μόνο του ελληνικού κράτους αλλά και ολόκληρης της Βαλκανικής Χερσονήσου και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Για το λόγο αυτό, το πανεπιστήμιο απέκτησε σημαντικό κοινωνικό και ιστορικό ρόλο, καθοριστικό για την παραγωγή γνώσης και πολιτισμού μέσα στη χώρα.

Τα τμήματα των Μαθηματικών και της Φυσικής από την αρχή ενσωματώνονται στην Φιλοσοφική Σχολή, ενώ η Χημεία αποτελεί μέρος του γενικότερου προγράμματος του Φυσικού τμήματος. Η ακαδημαϊκή αυτή οργάνωση, η οποία φανερώνει την ηγεμονία της Φιλοσοφίας σε όλες τις άλλες επιστήμες είναι ενδεικτική της αντιμετώπισης των θετικών επιστημών εκ μέρους του νέου κράτους. Για πολλούς λόγους, ιδεολογικούς, πολιτικούς, συντεχνιακούς, η αυτονόμηση της Φυσικομαθηματικής Σχολής θα καθυστερήσει αρκετά.

Ο Στρούμπος, ο Αργυρόπουλος, ο Χρηστομάνος, ο Βούρης, ο Ορφανίδης, είναι κάποιοι από αυτούς που εισάγουν τις φυσικές επιστήμες στην Ελλάδα, μέσα από την διδασκαλία τους στο νεοσυσταθέν πανεπιστήμιο.

Ο Χρηστομάνος έρχεται στο ελληνικό πανεπιστήμιο σε μια εποχή κατά την οποία τα τμήματα σπουδών Φυσικής και Μαθηματικών ανήκουν ακόμα στη Φιλοσοφική Σχολή. Ο ίδιος, ιδιαίτερα μετά την ανάληψη εκ μέρους του της πρυτανείας του Πανεπιστημίου, το ακαδημαϊκό έτος 1896-97, συνέτεινε στη συστηματικότερη προσπάθεια αυτονόμησης της Φυσικομαθηματικής Σχολής, η οποία πλέον έγινε πραγματικότητα τον Ιούνιο του 1904.

Στην εισήγηση αυτή θα προσπαθήσουμε να δούμε πώς η επιστημονική κοινότητα της εποχής επιχειρεί να συνδέσει τις φυσικές επιστήμες με την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Θα βασιστούμε, κατά κύριο λόγο, στον εναρκτήριο λόγο που εκφωνεί ο Χρηστομάνος στις 2 Μαίου 1864, όντας ακόμα υφηγητής της γενικής Χημείας καθώς και στον λόγο που εκφωνεί την 17η Δεκεμβρίου 1896, όταν τακτικός καθηγητής, πλέον, αναλαμβάνει την πρυτανεία του ελληνικού πανεπιστημίου.

Το όνομα του Χρηστομάνου είναι συνδεδεμένο με κάθε απόπειρα αναβίωσης και διάδοσης των φυσικών επιστημών και ως εκ τούτου, ο τρόπος με τον οποίον αρθρώνεται ο λόγος του αποτελεί έναν αρκετά σίγουρο δείκτη ο οποίος μας βοηθά να ανιχνεύσουμε και να ερμηνεύσουμε τις θέσεις της επιστημονικής κοινότητας της εποχής.

Advertisements