ΙΣΤΟΡΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ & ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ

Αρχική » Αθανασάκης Δημήτρης

Αθανασάκης Δημήτρης

Ο Leibniz μεταξύ Σχολαστικισμού και Μηχανοκρατίας: οι «Σκέψεις για τη συγκρότηση μιας νέας φυσικής» (1679)

«Οφείλουμε να εξηγήσουμε κάπως σαφέστερα εδώ πώς, νομίζω, πρέπει να ακολουθήσουμε τη μέση οδό ανάμεσα στον σχολαστικό τρόπο και στον μηχανιστικό τρόπο του φιλοσοφείν, ή μάλλον πώς η αλήθεια προέρχεται από τον έναν και από τον άλλον. Διότι όταν αυτό γίνει κατανοητό, θα σταματήσει ο φονικός φιλοσοφικός πόλεμος που συντάραξε πρόσφατα όχι μόνο τις Σχολές και τις Ακαδημίες, αλλά συχνά επίσης την Εκκλησία και το Κράτος. Όσοι ακολουθούν τη μηχανιστική φιλοσοφία περιφρονούν πράγματι τους Σχολαστικούς στους οποίους καταλογίζουν ότι αγνοούν τα πράγματα που είναι χρήσιμα για τη ζωή, οι Σχολαστικοί αντιθέτως και οι Θεολόγοι που καλλιεργούν τη σχολαστική φιλοσοφία απεχθάνονται τους μηχανιστές φιλοσόφους ως εχθρούς της θρησκείας· αναγνωρίζω ότι αμφότεροι ξεπερνούν τα όρια, και ότι οι φιλόσοφοι έχουν επίσης πει πράγματα διατρέχοντας τον κίνδυνο να υπερβούν όσα θα μπορούσαν να αποδείξουν». Το προηγούμενο απόσπασμα προέρχεται από ένα σύντομο κείμενο του Leibniz που συντάχθηκε μεταξύ του Ιουλίου και του Σεπτεμβρίου του 1679, περιλαμβάνεται στα χειρόγραφα του Ανόβερου και είναι γνωστό με τον ενδεικτικό τίτλο «Σκέψεις για τη συγκρότηση μιας νέας φυσικής» [Cogitationes de nova physica instauranda]. Το ενδιαφέρον του αποσπάσματος συνίσταται στο γεγονός ότι συμπυκνώνει με τρόπο αξιοσημείωτο, σε λίγες μόλις γραμμές, ένα φιλοσοφικό πρόγραμμα με την ευρύτερη δυνατή έννοια των όρων, το οποίο φαίνεται να υπηρετεί στη διάρκεια της ζωής του αδιάλειπτα από ποικίλες θέσεις και με πολυάριθμες ημιτελείς ή ολοκληρωμένες συγγραφικές απόπειρες ο Leibniz, έστω κι αν μπορεί κανείς εκ των υστέρων να αμφιβάλει βάσιμα για τις δυνατότητες επιτυχίας του – ιδίως αν δεν είναι απολύτως πεπεισμένος, όπως ήταν ο συγγραφέας των «Δοκιμίων Θεοδικίας», ότι ο κόσμος μας, ως δημιούργημα ενός σοφού, παντοδύναμου, πανάγαθου και ελεύθερου Δημιουργού, είναι ο καλύτερος δυνατός. Το πρόγραμμα αυτό δεν είναι άλλο από την αποκατάσταση μιας διαρκούς φιλοσοφικής ειρήνης, την οποία είχε κλονίσει συθέμελα, σύμφωνα με την αντίληψη του Leibniz, ένα πρωτοφανές κύμα φιλοσοφικών δημοσιεύσεων, μεθοδολογικών καινοτομιών, επιστημονικών ανακαλύψεων και ιστορικών γεγονότων που σήμερα μας είναι γνωστά υπό τον γενικό όρο «Επιστημονική Επανάσταση», και που οδήγησαν στην – μεταφορικά τις περισσότερες φορές αλλά κυριολεκτικά, όπως όλοι γνωρίζουν, στην περίπτωση του Giordano Bruno ή αργότερα του Adriaan Koerbagh – αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των εκπροσώπων του θεολογικού και φιλοσοφικού Σχολαστικισμού και των εκπροσώπων της Νεότερης Φιλοσοφίας και Επιστήμης.

Η φιλοσοφική ειρήνη που οραματίζεται ο Leibniz θα είχε ίσως μικρή σημασία και αξία, αν περιοριζόταν στις Ακαδημίες και στις Πανεπιστημιακές Σχολές της Ευρώπης του 17ου αιώνα, αν δηλαδή αφορούσε ένα ελάχιστο μόλις τμήμα του γενικού ευρωπαϊκού πληθυσμού της εποχής του Leibniz. Στην πραγματικότητα όμως η σημασία και η αξία της είναι πολύ μεγαλύτερες. Και αυτό διότι, για τον Leibniz, η παύση του «φονικού φιλοσοφικού πολέμου» μεταξύ του Σχολαστικισμού και της Νέας Μηχανιστικής Φιλοσοφίας αποτελεί προϋπόθεση, όπως μαρτυρεί το απόσπασμα που παραθέσαμε, όχι μόνο για την πανεπιστημιακή και ακαδημαϊκή ειρήνη, αλλά επίσης – και κυρίως – για την εκκλησιαστική και κρατική ειρήνη. Χωρίς αμφιβολία, οι «Σκέψεις για τη συγκρότηση μιας νέας φυσικής» είναι μια σύντομη πραγματεία φυσικής φιλοσοφίας. Είναι όμως επίσης – και αυτό συμβαίνει συχνά στα κείμενα του Leibniz – το σύνθετο θεωρητικό πεδίο στο οποίο συγκλίνουν, διασταυρώνονται και επικοινωνούν ένα φιλοσοφικό, ένα θεολογικο-εκκλησιαστικό και ένα πολιτικό πρόταγμα.

Στο κείμενο που εξετάζουμε, το ακριβές σημείο σύγκλισης, διασταύρωσης και επικοινωνίας των προηγούμενων προταγμάτων είναι η έννοια του φυσικού σώματος (αντίστοιχα σημεία σύγκλισης θα αποτελέσουν, σε μεταγενέστερα κείμενα του Leibniz, οι έννοιες της υπόστασης και της Μονάδας). Οι «Σκέψεις για τη συγκρότηση μιας νέας φυσικής» συνιστούν πράγματι, όπως θα δείξουμε, μια παραδειγματική απόπειρα συμφιλίωσης της μεταφυσικής των ουσιωδών μορφών με τη μηχανιστική φυσική (η οποία αναγνωρίζει ως μοναδική ουσία των φυσικών σωμάτων τη γεωμετρική έκταση), μέσω μιας πρωτότυπης ανάλυσης της έννοιας του σώματος.